Νίκος Χουντής, ευρωβουλευτής Λαϊκής Ενότητας

18/05/2011 Εισήγηση Νίκου Χουντή στην Ημερίδα της GUE/NGL «Κρίση, Ανεργία και Εργασιακές Σχέσεις σε Ελλάδα και Ευρωπαϊκή Ένωση»

Αθήνα, ξενοδοχείο Athens Imperial - 18/05/2011

Αγαπητοί φίλοι,
Αγαπητοί σύντροφοι,

Σας ευχαριστώ για τη συμμετοχή σας στη σημερινή ημερίδα, στη σημερινή συζήτηση που γίνεται με πρωτοβουλία της

ΟΜΑΔΑΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΤΙΚΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ ΤΩΝ ΠΡΑΣΙΝΩΝ ΤΩΝ ΒΟΡΕΙΩΝ ΧΩΡΩΝ ΣΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ

Ημερίδας με θέμα : Κρίση – Ανεργία και εργασιακές σχέσεις στην Ελλάδα και Ευρωπαϊκή Ένωση


Πρόθεσή μας να μιλήσουμε όχι μόνο για την κρίση, κρίση πολύπλευρη, κρίση του νεοφιλελεύθερου καπιταλιστικού παραγωγικού μοντέλου αλλά για να σταθούμε ιδιαίτερα στις κοινωνικές συνέπειες της κρίσης που ξέσπασε το 2008 στις ΗΠΑ, ως κρίση των ενυπόθηκων δανείων, κρίση χρηματοπιστωτική και εξαπλώθηκε σε παγκόσμιο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Σήμερα στην Ελλάδα αλλά και σε αρκετές χώρες εκφράζεται ως κρίση χρέους.

Όμως κεντρικό χαρακτηριστικό είναι η κρίση στην πραγματική οικονομία με οξύτατες τις κοινωνικές συνέπειες.  Οι τελευταίες μάλλον είναι το σοβαρότερο αποτέλεσμα της κρίσης, με ραγδαία αύξηση της ανεργίας, με τάση για πλήρη ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων.

Με άλλα λόγια ενώ η δημόσια συζήτηση αναφορικά με την οικονομική κρίση και την κρίση χρέους συχνά μονοπωλείται από αναλύσεις, διαπιστώσεις σχετικά με την πορεία της Ευρωπαϊκής ενοποίησης, το ευρώ και την αρχιτεκτονική του, το Διεθνές Τραπεζικό σύστημα, το ελληνικό κράτος και τις προβληματικές δημόσιες επιχειρήσεις, χωρίς πάντα να θίγεται ο πυρήνας του ζητήματος. Με απλά λόγια στη σχέση μεταξύ εργαζομένων και εργοδοσίας, εργασίας και κεφαλαίου.

Είναι γνωστό ότι σε κάθε οικονομική κρίση επανατοποθετούνται από την αρχή οι όροι με τους οποίους διεξάγεται το οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό «παιχνίδι», η ταξική πάλη μεταβιβάζοντας σε τελική ανάλυση στους εκάστοτε «παίκτες» νέες εξουσίες και δύναμη ή νέα καθήκοντα και βάρη.

Στην παρούσα οικονομική κρίση, οι δυνάμεις της εργασίας από την μια και οι πολιτικοί εκφραστές της μπήκαν σ’ αυτή τη μάχη, αρκετά απομονωμένοι αφού προηγήθηκαν πάνω από 20 χρόνια νεοφιλελεύθερης κυριαρχίας σε Ελλάδα και Ευρώπη.  Κυριαρχία που περιόρισε συνοπτικά τις εργασιακές κατακτήσεις τόσο μισθολογικές, όσο και συνδικαλιστικές.  Περιόρισε τον κοινωνικό ρόλο του κράτους, κάνοντας πιο ευάλωτες τις φτωχές και αδύναμες κοινωνικές ομάδες.  Περιόρισε την ίδια τη δημοκρατία και τον ρόλο της πολιτικής.

Το νεοφιλελεύθερο μοντέλο ανάπτυξης έχει ως πρωταρχικό στόχο την άρση όλων των εμποδίων που τίθενται στην εύρυθμη λειτουργία των αγορών, υπό το πρίσμα που προωθήθηκε η απορρύθμιση της αγοράς εργασίας με τον περιορισμό των εργασιακών δικαιωμάτων, την επιβολή ελαστικών μορφών εργασίας, την flexicurity με στόχο τη μείωση του εργατικού κόστους και την ενίσχυση της λεγόμενης ανταγωνιστικότητας της οικονομίας.

Αυτή η τάση απορρύθμισης της αγοράς εργασίας έδωσε στην ανεργία περισσότερα δομικά χαρακτηριστικά, παρά κυκλικά που μέχρι την επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού διέθετε.

Στην Ευρώπη, η εφαρμογή του νεοφιλελεύθερου δόγματος με τις συνθήκες κυρίως από το Μάαστριχτ και μετά, παίρνει ίσως την τελική του μορφή με τη Στρατηγική της Λισσαβόνας (2000) η οποία παρά τις αναφορές στην ενίσχυση της απασχόλησης, στην υπόσχεση για πλήρη απασχόληση δεν κατάφερε να μειώσει τα επίπεδα ανεργίας στην Ε.Ε.

Να σημειώσουμε ότι οι περισσότερες χώρες στην πορεία προς την ΟΝΕ προκειμένου να καλύψουν τους στόχους του Μάαστριχτ και του Συμφώνου Σταθερότητας, μπήκαν στη ζώνη του ευρώ με υψηλά ποσοστά ανεργίας, ύψους γύρω στο 10%.

Το επιχείρημα που στηρίζονταν οι πολιτικές της Ε.Ε. και η Στρατηγική της Λισσαβόνας ήταν ο εκούσιος χαρακτήρας της ανεργίας, οι υψηλοί μισθοί του ευρωπαϊκού μοντέλου, τα προωθημένα εργασιακά και συνδικαλιστικά δικαιώματα με αποτέλεσμα να προωθείται η ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων ως απάντηση στο πλεονάζον εργατικό δυναμικό.

Με την εκδήλωση της κρίσης, η νεοφιλελεύθερη διαχείρισή της από πλευράς Ε.Ε. και Η.Π.Α. εμφανίζει την κρίση ως αποτέλεσμα του ανεπαρκούς ελέγχου του χρηματοπιστωτικού τομέα και τη μη εφαρμογή του αντικοινωνικού, αντιαναπτυξιακού Συμφώνου Σταθερότητας.

Ως αποτέλεσμα των εμποδίων που έβαζαν οι κρατικές παρεμβάσεις στον ελεύθερο ανταγωνισμό, προβάλλοντας σαν συνταγή για το ξεπέρασμά της, την πλήρη ελαστικοποίηση των αγορών και κατά επέκταση των εργασιακών σχέσεων.  Από τις πρώτες ενέργειες μετά την κρίση όπως θυμόμαστε, ήταν πέρα από τη σωτηρία των τραπεζών με δημόσιο και κοινοτικό χρήμα, οι συστάσεις και οι πιέσεις για την αλλαγή των εργασιακών σχέσεων.

Σήμερα με πρόσχημα τις λεγόμενες «αναγκαίες θυσίες» οι κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις και το κεφάλαιο, έχουν εξαπολύσει μια άνευ προηγουμένου επίθεση στους εργαζόμενους τους φορτώνουν τα βάρη και τα σπασμένα τη κρίσης, εφαρμόζοντας ακραία προγράμματα λιτότητας, ακυρώνοντας στην πράξη τις συλλογικές διαπραγματεύσεις.
Θεσμοποιώντας τους νεοφιλελεύθερους δογματισμούς των ελαστικών σχέσεων εργασίας καταστρατηγώντας όποια «κοινωνική συμφωνία» είχε επιβληθεί μετά το τέλος του Β΄ Παγκόσμιου πολέμου.

Οι πολιτικές που προωθεί η Ε.Ε., αποτελούν ουσιαστικά τη συνέχεια της Στρατηγικής της Λισσαβόνας, μέσω της Στρατηγικής ΕΕ 2020, όπου τα ιδεολογήματα και οι πρακτικές περί νέων μορφών εργασίας, ελαστικού τύπου και flexicurity, εμπλουτίζονται με ευχολόγια περί ενίσχυσης της απασχόλησης, μέσω της καινοτομίας και της έρευνας.

Την ίδια στιγμή όμως η οικονομική διακυβέρνηση και το Σύμφωνο για το ευρώ/Σύμφωνο ανταγωνιστικότητας αλλά και τα εθνικά Μνημόνια, περιορίζουν τις κρατικές δαπάνες και πνίγουν τις οικονομίες μέσω των ακραίων προγραμμάτων λιτότητας.

Τα αποτελέσματα της νεοφιλελεύθερης διαχείρισης της κρίσης δείχνουν μια μεγάλη υποβάθμιση των δυνάμεων της εργασίας με την ανεργία να κινείται στην Ε.Ε. στο 10% (23 εκατομ. άνεργοι) και σε ορισμένες χώρες να ξεπερνά το 20%.  Η ανεργία των νέων να κινείται 21% και να φτάνει σε ποσοστό που φτάνει και το 40%.  Για την Ελλάδα η ανεργία το 2010 ήταν 14,2 , με την ανεργία των γυναικών στο 17,9 και των νέων στο 28%, με τη σημείωση ότι στην Ελλάδα σταθερά υποεκτιμάται.

Η εργασία είναι το κοινό χαρακτηριστικό των διαφορετικών εθνικών διαχειρίσεων της κρίσης, με την ανεργία να παραμένει σε πολύ υψηλά επίπεδα, ακόμα και στις χώρες εκείνες που έχουν μπει σε μια αναιμική τροχιά ανάκαμψης. Την απασχόληση, αν όχι να μειώνεται, σίγουρα να παραμένει στάσιμη και τις κοινωνικές ανισότητες να παίρνουν εκρηκτικές διαστάσεις, τόσο λόγο του αδύναμου κοινωνικού κράτους, όσο και λόγο της επικράτησης της νεοφιλελεύθερης λογικής των χαμηλών ελλειμμάτων, που επακόλουθα περιορίζουν τις κρατικές κοινωνικές δαπάνες.
 
Μερικά στατιστικά στοιχεία είναι εξαιρετικά χρήσιμα. Η ανεργία στις ΗΠΑ, με ρυθμό ανάπτυξης 2.3% το πρώτο 4-μηνο του 2011, βρίσκεται σε ιστορικά υψηλό επίπεδο και συγκεκριμένα στο 9%. Στη Γερμανία όπου πρόσφατα ανακοινώθηκε ότι οι εξαγωγές έφτασαν στο υψηλότερο σημείο από το 1950, ενώ οι ρυθμοί ανάπτυξης βρίσκονται στο 4.4%, η ανεργία είναι στο 7.1%. Στη Μεγ. Βρετανία με ρυθμό ανάπτυξης 1.8 % στο πρώτο 4-μηνο του 2011, η ανεργία βρίσκεται στο 7.8%. Στη Γαλλία, που και αυτή έχει ξεφύγει από την ύφεση και έχει ανάπτυξη γύρω στο 1.5%, η ανεργία είναι στο 9.5%. Η εικόνα στις χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας, προφανώς είναι χειρότερη, με την Ελλάδα να έχει 15.9% ανεργία, την Ισπανία 20.7%, την Ιταλία 8.3%, την Πορτογαλία 12.3%, την Ιρλανδία 14.6%.
 
Σε αυτό το οικονομικό-κοινωνικό πλαίσιο η απάντηση των κυβερνήσεων είναι μια άνευ προηγουμένου επίθεση στο διαθέσιμο εισόδημα των εργαζομένων και στα εργασιακά και συνδικαλιστικά τους δικαιώματα. Αυτό το βλέπουμε σε όλες τις ανεπτυγμένες χώρες του δυτικού καπιταλισμού. Από τις ΗΠΑ, τη Γερμανία, τη Μεγ.Βρετανία και τη Γαλλία, μέχρι τις χώρες του Μνημονίου (Ελλάδα, Ιρλανδία, Πορτογαλία) και τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης.

Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, αυτή η επίθεση έχει πάρει πια και θεσμική μορφή. Η στρατηγική ΕΕ 2020, η Οικονομική Διακυβέρνηση και το Σύμφωνο για το Ευρώ, σκιαγραφούν το νέο εργασιακό μοντέλο που προωθείται, με κύρια χαρακτηριστικά τη μείωση του εργατικού κόστους, τις ελαστικές μορφές εργασίας, την ουσιαστική κατάργηση των συλλογικών διαπραγματεύσεων, την αύξηση των ορίων συνταξιοδότησης και την ιδιωτικοποίηση των ασφαλιστικών συστημάτων.
 
Είναι η αντιγραφή του Γερμανικού μοντέλου ανάπτυξης, δηλ της κινεζοποίησης των εργαζομένων στην Ευρώπη. Ταυτόχρονα, και καταστρατηγώντας ακόμα και τις ίδιες τις Ευρωπαϊκές Συνθήκες, που με τόσο κόπο προσπάθησαν να περάσουν η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία και δεξιά, πιέζουν για κατάργηση εργασιακών και συνδικαλιστικών δικαιωμάτων, προωθούν την μερική και ελαστική μορφή απασχόλησης και επεμβαίνουν στις συλλογικές διαπραγματεύσεις προς όφελος των επιχειρήσεων.

Το ελληνικό Μνημόνιο, με τη μέχρι τώρα εφαρμογή του, αποδεικνύει ότι δεν ήρθε στη χώρα μας για να σώσει τα δημόσια οικονομικά ή για να επιβάλλει αναγκαίες περικοπές σε ένα σπάταλο κράτος ή για να βγάλει τη χώρα και πάλι στις διεθνείς αγορές μετά το 2013. Η μέχρι τώρα, πιστή εφαρμογή του, είχε έναν και μόνο στόχο. Την πλήρη διάλυση των εργασιακών σχέσεων και τη μείωση του εργατικού κόστους για το ελληνικό και διεθνές κεφάλαιο.
 
Μια μικρή αναφορά στις αλλαγές που έχει επιφέρει ο ένας χρόνος εφαρμογής του Μνημονίου, θεωρώ ότι είναι χρήσιμη, αξιοποιώντας και τη Μαύρη Βίβλο του Μνημονίου που ο ΣΥΡΙΖΑ παρουσίασε την περασμένη Τρίτη.
 
Οι μέχρι τώρα αλλαγές αφορούν:
-     Τη μείωση του εργατικού κόστους, μέσω της μείωσης των επιδομάτων και παροχών, της μείωση μισθών στο Δημόσιο Τομέα και της απαγόρευσης αυξήσεων άνω του πληθωρισμού στον ιδιωτικό τομέα.
-     Την κατάργηση των Συλλογικών Διαπραγματεύσεων, μέσω της αλλοίωσης του χαρακτήρα και του ρόλου του ΟΜΕΔ, μέσω της υπερίσχυσης των επιχειρησιακών έναντι των κλαδικών συμβάσεων, μέσω της μη-επέκτασης των συλλογικών συμβάσεων κ.α.
-     Την αναστολή του δικαιώματος της απεργίας, για 10 μέρες εφόσον η εργοδοσία προσφύγει μονομερώς στη διαιτησία.
-     Την απελευθέρωση του ορίου των απολύσεων, μέσω της αύξησης των επιτρεπόμενων ορίων, τη μείωση της αποζημίωσης, κ.α.
-     Την εισαγωγή χειρότερων όρων εργασίας για τους νεοεισερχόμενους στην Αγορά Εργασίας.
-     Τη μείωση του κόστους της υπερωριακής εργασίας.
-     Την εισαγωγή ελαστικών μορφών εργασίας και μερικής απασχόλησης.
 
Η συνέχεια του Μνημονίου, μέσω της 5ης εκδοχής του, προβλέπεται ακόμα πιο εφιαλτική, αφού αυτή τη φορά, και σύμφωνα με τα όσα έχουμε διαβάσει, εκτός από πολιτικές συναινέσεις και ιδιωτικοποιήσεις των πάντων, προωθούνται και απολύσεις στο δημόσιο τομέα, ακόμα μεγαλύτερες περικοπές στους μισθούς τους.


Η απάντηση της Αριστεράς στην οικονομική κρίση βάζει τις δυνάμεις της εργασίας στο προσκήνιο. Η παραγωγική ανασυγκρότηση της ελληνικής οικονομίας, με ταυτόχρονη τόνωση της απασχόλησης και μείωση της ανεργίας, είναι η πρόταση της Αριστεράς για το ξεπέρασμα της κρίσης.
 
Για να επιτευχθεί αυτό όμως, οφείλουμε να ξεφύγουμε ως κοινωνία και οικονομία, από τα στενά πλαίσια του νεοφιλελευθερισμού που εξορκίζει την παρουσία του κράτους στην οικονομική δραστηριότητα και ξεπουλάει κερδοφόρες και παραγωγικές επιχειρήσεις, που ποινικοποιεί τις δημόσιες κοινωνικές και επενδυτικές δαπάνες, που περιορίζει στο ελάχιστο την ανάπτυξη βιομηχανικής και αγροτικής πολιτικής, ικανής να προσφέρει εισόδημα και ποιότητα ζωής στους πολίτες.