Νίκος Χουντής, ευρωβουλευτής Λαϊκής Ενότητας

07/08/2012 Όλι Ρεν σε Ν. Χουντή: Η Επιτροπή δεν είναι σε θέση να σχολιάσει αν το κούρεμα των αποθεματικών των ασφαλιστικών ταμείων με το PSI είναι νόμιμο

και αν υπήρξε «συνετή διαχείριση» εκ μέρους της Τράπεζας της Ελλάδος

Λόγω του PSI ενδέχεται να απαιτηθεί αύξηση της ετήσιας επιχορήγησης των ταμείων κοινωνικής ασφάλισης εκ μέρους του κράτους για τα έτη 2012- 2014

Με καθυστέρηση 2 μηνών «διότι την απάντηση επεξεργαζόταν το Κολέγιο των Επιτρόπων», απάντησε ο Επίτροπος κ. Όλι Ρεν σε ερώτηση του  Ν. Χουντή, σχετικά με το κούρεμα των ομολόγων που κατείχαν οι Ασφαλιστικοί Φορείς (ΑΦ) αλλά και άλλα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ) (ιδίως Νοσοκομεία και Πανεπιστήμια) με την διαδικασία του PSI.


Πιο συγκεκριμένα ο Ν. Χουντής σε ερώτησή του, έθετε ζήτημα καταχρηστικής συμπεριφοράς της Τράπεζας της Ελλάδος (Τ.τ.Ε) σε βάρος των Α.Φ. και άλλων ΝΠΔΔ που είχε ως αποτέλεσμα την δραματική μείωση των αποθεματικών τους, αλλά και του κράτους που με νόμο υποχρεώνει τα ΝΠΔΔ και τους ΑΦ να καταθέτουν τα αποθεματικά τους στην ΤτΕ, αποκλειστικά για αγορά ομολόγων του ελληνικού δημοσίου.


Ο Ν. Χουντής στην ερώτησή του  αφού τόνιζε ότι « με το ξέσπασμα της κρίσης χρέους στην ευρωζώνη και τον αποκλεισμό της Ελλάδας από τις διεθνείς χρηματαγορές, η ΤτΕ, αγόρασε, σε μεγάλες ποσότητες, ελληνικά κρατικά ομόλογα, χρησιμοποιώντας και τα κεφάλαια που ανήκουν στα ΝΠΔΔ και τους ΑΦ, με τον ισχυρισμό ότι η ελληνική νομοθεσία την υποχρεώνει να τοποθετεί τα κεφαλαιακά διαθέσιμά τους σε κρατικά ομόλογα ελληνικού δημοσίου» και συνέχιζε λέγοντας ότι «Ως αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας, πολλά ΝΠΔΔ και ΑΦ βρίσκονται σε δραματική οικονομική θέση, αφού τα αποθεματικά επενδύθηκαν, χωρίς τη σύμφωνη γνώμη τους και χωρίς να ενημερωθούν, από την ΤτΕ, σε ελληνικά κρατικά ομόλογα». Τέλος, ο έλληνας ευρωβουλευτής καλούσε την Κομισιόν να δώσει στοιχεία αλλά και να απαντήσει αν θεωρεί «νόμιμη την ύπαρξη αναγκαστικού νόμου στα κράτη μέλη που με καθολικό τρόπο υποχρεώνει την τοποθέτηση των αποθεματικών κεφαλαίων των ΝΠΔΔ και των ΑΦ μόνο στις κεντρικές τράπεζες και μόνο σε συγκεκριμένους επενδυτικούς τίτλους» και «αν οι αγορές ομολόγων που πραγματοποίησε η ΤτΕ τη συγκεκριμένη κρίσιμη περίοδο, χωρίς να ενημερώσει τις Διοικήσεις των ΝΠΔΔ και των ΑΦ, αποτελούν «συνετή διαχείριση».


Η απάντηση του κ. Ρεν, προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα αφενός στις διεθνείς συμβάσεις που υποχρεώνουν την Ελλάδα να σεβαστεί το δικαίωμα στην περιουσία τόσο των φυσικών όσο και των νομικών προσώπων αλλά και αφετέρου απέναντι σε μια διαδικασία ληστρικής δήμευσης και κουρέματος των αποθεματικών των  Ασφαλιστικών Ταμείων  και άλλων ΝΠΔΔ.


Πιο συγκεκριμένα στην απάντησή του ο κ. Ρεν τονίζει «Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέχονται από την Τράπεζα της Ελλάδας κατά την έναρξη της ανταλλαγής χρέους τα ταμεία κοινωνικής ασφάλισης είχαν στην κατοχή τους ομόλογα ύψους 22 δισ. Ευρώ» και συνεχίζει «Η χρηματοδότηση του προγράμματος για το 2012-14 δέχεται ότι, ως αποτέλεσμα των ζημιών ανταλλαγής χρέους για τα ταμεία κοινωνικής ασφάλισης, ενδέχεται να απαιτηθεί αύξηση της ετήσιας επιχορήγησης των ταμείων κοινωνικής ασφάλισης εκ μέρους του κράτους».


Ο Επίτροπος συνεχίζοντας την απάντησή του επισημαίνει ότι «Όσον αφορά τη θεσμοθετημένη απαίτηση ενός κράτους μέλους για τοποθέτηση των αποθεματικών των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και των ασφαλιστικών φορέων αποκλειστικά στις κεντρικές τράπεζες και μόνο σε συγκεκριμένους τίτλους επένδυσης, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με το άρθρο. 51 παράγραφος 1 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, οι διατάξεις της, συμπεριλαμβανομένου του άρθρου 17, που προστατεύει το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, απευθύνονται στα κράτη μέλη μόνο εφόσον εφαρμόζουν το ενωσιακό δίκαιο. Με βάση τις πληροφορίες που παρέχει το Αξιότιμο Μέλος του Κοινοβουλίου, δεν προκύπτει ότι, ως προς αυτή τη νομική υποχρέωση, το εν λόγω κράτος μέλος ενήργησε στο πλαίσιο της εφαρμογής του δικαίου της ΕΕ. Συνεπώς, όσον αφορά θέματα που δεν εμπίπτουν στην εφαρμογή του δικαίου της ΕΕ, εναπόκειται στα κράτη μέλη και μόνο να εξασφαλίζουν ότι τηρούνται οι υποχρεώσεις τους σχετικά με τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως απορρέουν από διεθνείς συμφωνίες και από την εσωτερική νομοθεσία τους. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή δεν είναι σε θέση να σχολιάσει περαιτέρω αυτά τα ερωτήματα».