Νίκος Χουντής, ευρωβουλευτής Λαϊκής Ενότητας

14/11/2013 Απάντηση Νίκου Χουντή στο Υπουργείο Υποδομών Μεταφορών και Δικτύων, για τους αυτοκινητόδρομους

Με χαρά διαπίστωσα ότι στην απάντηση του Υπουργείου Υποδομών Μεταφορών και Δικτύων, είχαν απαλειφθεί κάποιες διαπιστώσεις και χαρακτηρισμοί των «συνεργατών» του Υπουργού, κ. Μιχάλη Χρυσοχοΐδη, ότι το Δελτίο Τύπου που εξέδωσα την 12-11-2013, αποτελούσε «απόπειρα ναρκοθέτησης», «απόπειρα παρακώλυσης», «απόπειρα σαμποτάζ», της «οριστικής πια επανεκκίνησης των οδικών έργων», (ΒΗΜΑ, 13/11/2013). Βεβαίως παρέμειναν οι ισχυρισμοί περί «αστήρικτων καταγγελιών» και «άγνοιας».

Σε κάθε περίπτωση όμως, θεωρώ ότι είναι επιτέλους ευκαιρία  να ανοίξει ένας διάλογος για να φωτιστούν ορισμένες πτυχές, κατά τη γνώμη μου, ενός μεγάλου σκανδάλου σε βάρος του Δημοσίου, που εξελίσσεται γύρω από τα έργα παραχώρησης των αυτοκινητοδρόμων (Σύμπραξη Δημόσιου και Ιδιωτικού Τομέα - ΣΔΙΤ)

Κατ’ αρχήν θα ήθελα να επισημάνω ως γενική διαπίστωση ότι, η απάντηση του Υπουργείου στους ισχυρισμούς μου, προσπαθεί να ορίσει δύο περιόδους. α) Την περίοδο 2007-2008 (Σουφλιάς), στην οποία αποδίδεται το «προπατορικό αμάρτημα». Δηλαδή ότι οι όποιες παραχωρήσεις υπέρ των εργολάβων, οφείλονται στους όρους που είχαν περιληφθεί στις αρχικές συμβάσεις που υποχρέωναν τις επόμενες κυβερνήσεις σε «αμυντική τακτική» και β) Την περίοδο 2009 έως σήμερα, όπου οι Υπουργοί ήταν και είναι επιφορτισμένοι με «αγωνιώδεις προσπάθειες» να περισώσουν και να διαχειριστούν τους ασύμφορους όρους των αρχικών συμβάσεων για το ελληνικό Δημόσιο.

Δεν μπορώ να μην υποκύψω επίσης στον πειρασμό να σχολιάσω ότι, στην χθεσινή ανακοίνωση του Υπουργείου, γίνεται λόγος για «οριστική πια επανεκκίνηση των οδικών έργων». Θυμίζουμε ότι ο προκάτοχος του κ. Χρυσοχοΐδη είχε επανειλημμένα επανεκκινήσει οριστικά τα έργα, με κορυφαία εκδήλωση στις 26-4-2013. Βεβαίως κατανοούμε ότι κάθε Υπουργός στην Ελλάδα οφείλει να συνδέει το όνομά του, τουλάχιστον με μία «οριστική επανεκκίνηση».

Είναι αλήθεια, και θεωρώ ότι είναι πολύ θετικό, να ξεκινάς ένα διάλογο με έναν κοινό τόπο. Προσυπογράφουμε καθ’ ολοκληρίαν αυτό που το Υπουργείο τονίζει στην απάντησή του, ότι, λόγω της οικονομικής κρίσης και της μείωσης του κυκλοφοριακού φόρτου, υπήρξε «χρηματοδοτικό κενό στη χρηματοδότηση των έργων, αφού μέρος του κόστους κατασκευής, προέρχεται από τα έσοδα διοδίων. Η μείωση αυτή των εσόδων οδηγεί σε αδυναμία αποπεράτωσης των έργων κατά την περίοδο κατασκευής και αποπληρωμής των δανείων κατά την περίοδο λειτουργίας». Το ίδιο δηλώσαμε ρητά στο Δελτίο Τύπου μας,  αναφέροντας επιπλέον ότι, εξ αιτίας της κρίσης και οι τράπεζες «υπαναχώρησαν, αθετώντας τις υπογραφές τους, χωρίς καμία νομική συνέπεια».

Κατά τη γνώμη μας, αυτός ο κοινός τόπος, αυτή η παραδοχή, αποτελεί κορυφαία ομολογία εκ μέρους του Υπουργείου: Ενώ υπήρξε αθέτηση του κορυφαίου συμβατικού όρου εκ μέρους των παραχωρησιούχων, καθώς ήταν στη δική τους αποκλειστικά ευθύνη και αρμοδιότητα η εξεύρεση των πόρων, οι αρμόδιες Υπηρεσίες «παρέλειψαν» να ενεργοποιήσουν τις σχετικές ρήτρες. Πιστεύουμε ότι αντί αυτή τη στιγμή το ελληνικό Δημόσιο να βρίσκεται στη θέση του «κατηγορούμενου», θα έπρεπε να βρίσκεται στη θέση του «κατήγορου».

Στην προσπάθεια συγκάλυψης αυτών των τεράστιων ευθυνών, το Υπουργείο, με την απάντησή του, ανέπτυξε σειρά επιχειρημάτων και ισχυρισμών. Απαντάμε σε όλους:

Ισχυρισμός 1ος: Το Υπουργείο αναφέρει: «Το ελληνικό δημόσιο σε περίπτωση καταγγελίας των συμβάσεων παραχώρησης θα πλήρωνε την αξία του εκτελεσμένου έργου μέχρι την καταγγελία».

Απαντάμε: Όπως γνωρίζουμε, το ελληνικό Δημόσιο μέχρι σήμερα, έχει ήδη εξοφλήσει στο ακέραιο τις υποχρεώσεις του για τα εκτελεσμένα έργα. Αυτό μάλιστα χωρίς να συνυπολογίσουμε την είσπραξη των διοδίων από τους εργολάβους, για δρόμους που ούτε καν κατασκευάζονται και τις αποζημιώσεις-δώρα εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ που δόθηκαν στους παραχωρησιούχους με διάφορα προσχήματα. Διευκρινίζεται ότι μέχρι σήμερα δεν έχει ανακοινωθεί το σύνολο των αποζημιώσεων, οι οποίες έχουν δοθεί ανά οδικό άξονα, ως ενεργοποίηση ποινικών ρητρών σε βάρος του ελληνικού Δημοσίου.

Ισχυρισμός 2ος: Το Υπουργείο αναφέρει: «Σύμφωνα με την παγκόσμια πάγια πρακτική για παρόμοια έργα, οποιαδήποτε στιγμή οι τράπεζες θεωρήσουν ότι τα έργα παραχώρησης είναι μη βιώσιμα μπορούν να σταματήσουν τη χρηματοδότηση χωρίς επιπτώσεις για αυτές»

Απαντάμε: Το αν έφυγαν ή όχι οι Τράπεζες δεν αφορά το ελληνικό Δημόσιο. Η ευθύνη εξεύρεσης κεφαλαίων είναι αποκλειστικά του παραχωρησιούχου και όχι του ελληνικού Δημοσίου. Οι συμβάσεις παραχώρησης, στο άρθρο 7, ξεκάθαρα ορίζουν ότι  «ο παραχωρησιούχος θα είναι υπεύθυνος να διασφαλίζει ότι θα υπάρχει ανά πάσα στιγμή χρηματοδότηση διαθέσιμη για την πλήρη και προσήκουσα εκτέλεση του έργου». Διευκρινίζουμε σε όποιον δεν καταλαβαίνει ότι, το «ανά πάσα στιγμή», δεν σημαίνει ότι ισχύει μόνο κατά το χρόνο έγκρισης των συμβάσεων, ούτε κατά το χρόνο διαπίστωσης της αδυναμίας πληρωμής εκ μέρους των παραχωρησιούχων (2010), αλλά περιλαμβάνει και τη στιγμή που ο νυν Υπουργός ανέλαβε τα καθήκοντά του.

Ισχυρισμός 3ος: Αναφέρει το Υπουργείο: «Αν καταγγέλλαμε τις συμβάσεις υπέρ του Δημοσίου τα έργα δε θα μπορούσαν να συνεχισθούν ως Δημόσια, διότι το νέο ΕΣΠΑ δεν εστιάζει στη χρηματοδότηση οδικών δικτύων και υποδομών». Ισχυρίζεται επίσης ότι «Το ελληνικό Δημόσιο δεν έβαλε ενέχυρο πόρους της ΕΕ».

Απαντάμε: Τα «στελέχη» του Υπουργείου οφείλουν να γνωρίζουν ότι μπορεί το νέο ΕΣΠΑ να μην εστιάζει στη χρηματοδότηση οδικών δικτύων και υποδομών, αλλά τα επιτρέπει και τα χρηματοδοτεί. Το πιο πιθανό άλλωστε είναι ότι, λόγω των καθυστερήσεων που υπάρχουν, τα έργα αυτά θα συνεχιστούν και στο επόμενο ΕΣΠΑ.

Επιπλέον, το ελληνικό Δημόσιο, κάνοντας χρήση του Άρθρου 36Α του κανονισμού 1083/2006, όπως τροποποιήθηκε με τον Κανονισμό 423/2012, απέσπασε από