Νίκος Χουντής, ευρωβουλευτής Λαϊκής Ενότητας

04/07/2018 Ανησυχίες από την καύση ακατάλληλου RDF σε τσιμεντοβιομηχανία

Απορριμματογενή ανακτώμενα στερεά καύσιμα τσιμεντοβιομηχανίας στο Βόλο ελέγχθηκαν από διαπιστευμένο χημικό εργαστήριο, και τα αποτελέσματα που ανακοινώθηκαν από την Περιφέρεια Θεσσαλίας έδειξαν ότι το δείγμα κατατάσσεται στην κλάση 4 ως προς τη διάμεσο περιεκτικότητας σε υδράργυρο, αντίθετα με τα οριζόμενα στη νομοθεσία (απορριμματογενή ανακτώμενα στερεά καύσιμα θα πρέπει να κατηγοριοποιούνται στις κλάσεις 1,2,3).
Σύμφωνα με καταγγελίες πολιτών και κατόπιν αυτοψίας την 1.4.2018 ξεφορτώθηκαν στο λιμάνι του Βόλου 2000 τόνοι απορριμμάτων από την Ιταλία, με αυτά τα χαρακτηριστικά, οι οποίοι πιθανώς να έχουν καεί. Η σύσταση, δε, του συγκεκριμένου δείγματος ήταν 15-20% χαρτί, 75-80% πλαστικό και 5-10% λοιπά υλικά, σε αντίθεση με τις διεθνείς προδιαγραφές για RDF. Καταγγέλλεται, επιπλέον, ότι από το υλικό αυτό απουσίαζε οποιαδήποτε ένδειξη-διακριτικά στοιχεία ως προς το περιεχόμενό του.
Ερωτάται η Επιτροπή:
Γνωρίζει τις προαναφερθείσες καταγγελίες και, αν ναι, θα υπάρξουν κυρώσεις κατά των υπευθύνων;
Τι σήμανση απαιτείται κατά τη διασυνοριακή μεταφορά μεταξύ κρατών μελών, προοριζόμενων για καύση RDF και SRF;
Έχει οριστεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή η ημερομηνία από την οποία εκτελούνται συνεχείς μετρήσεις για τις διοξίνες και τα φουράνια (οδηγία 2010/75/ΕΕ, άρθρο 48 παρ. 5); Εάν ναι, πόσες μετρήσεις πρέπει να εκτελούνται κάθε χρόνο;


Aπάντηση:

E-002395/2018 Απάντηση του κ. Vella εξ ονόματος της Επιτροπής (20.6.2018) 
Η Επιτροπή δεν είναι ενήμερη για τις συγκεκριμένες καταγγελίες στις οποίες αναφέρεται ο κύριος βουλευτής. Ωστόσο, στην απάντησή της στη γραπτή ερώτηση E-003215/2017, η Επιτροπή έκρινε ότι τα απόβλητα που δεν είναι κατάλληλα για ανακύκλωση μπορούν να υποβληθούν σε ανάκτηση ενέργειας, μέσω διαφόρων διαδικασιών παραγωγής ενέργειας από απόβλητα. Στους κλίβανους παραγωγής τσιμέντου αποτελεί συνήθη πρακτική η συναποτέφρωση στερεού ανακτηθέντος καυσίμου, το οποίο είναι ένα καύσιμο που προέρχεται από απόβλητα, ανταποκρίνεται στο πρότυπο EN 15359 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Τυποποίησης (CEN) και ταξινομείται σε πέντε κατηγορίες με βάση τη θερμογόνο δύναμη και την περιεκτικότητα σε χλώριο και υδράργυρο. Και οι πέντε κατηγορίες είναι κατάλληλες για χρήση.
Όποτε χρησιμοποιούνται καύσιμα που προέρχονται από απόβλητα σε κλίβανους παραγωγής τσιμέντου, ισχύουν οι κανόνες σχετικά με τη συναποτέφρωση αποβλήτων, που ορίζονται στο κεφάλαιο IV και στο παράρτημα VI της οδηγίας 2010/75/ΕΕ  περί βιομηχανικών εκπομπών, καθώς και η απόφαση 2013/163/ΕΕ της Επιτροπής για τη θέσπιση των συμπερασμάτων βέλτιστων διαθέσιμων τεχνικών, όσον αφορά την παραγωγή τσιμέντου . Αυτοί οι κανόνες περιλαμβάνουν οριακές τιμές εκπομπών για τον υδράργυρο, τις διοξίνες και τα φουράνια. Δεδομένου ότι τα πρότυπα για τις συνεχείς μετρήσεις των εκπομπών διοξινών και φουρανίων βρίσκονται ακόμη στο στάδιο της ανάπτυξης, η Επιτροπή δεν έχει ακόμη καθορίσει την ημερομηνία από την οποία θα πρέπει να εφαρμόζεται συνεχής μέτρηση. Σύμφωνα με τους κανόνες που ορίζονται στο μέρος 6 του παραρτήματος VI της οδηγίας για τις βιομηχανικές εκπομπές, πραγματοποιούνται τουλάχιστον δύο μετρήσεις των βαρέων μετάλλων και των διοξινών και των φουρανίων ετησίως, και τουλάχιστον μία μέτρηση ανά τρεις μήνες για τους πρώτους 12 μήνες λειτουργίας.
Όσον αφορά τη μεταφορά των καυσίμων που προέρχονται από απόβλητα, βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1013/2006  απαιτείται προηγούμενη γραπτή κοινοποίηση, συναίνεση και ταυτοποίηση των μεταφερόμενων αποβλήτων μέσω του σχετικού κωδικού που απαριθμείται στα παραρτήματά του.
Τα απόβλητα δεν υπόκεινται στις διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1272/2008 σχετικά με την ταξινόμηση, την επισήμανση και τη συσκευασία ουσιών και μειγμάτων .