Νίκος Χουντής, ευρωβουλευτής Λαϊκής Ενότητας

22/05/2017 Η Επιτροπεία της ελληνικής οικονομίας από την Ευρωζώνη συνεχίζεται και μετά το 2018.

Άρθρο του Νίκου Χουντή στην "Εφημερίδα των Συντακτών"

Το νέο επικοινωνιακό αφήγημα της ελληνικής κυβέρνησης και του ΣΥΡΙΖΑ είναι η επιτυχής ολοκλήρωσης του 3ου Μνημονίου, η οποία θα βάλει τέλος στο ειδικό καθεστώς εποπτείας και επιτροπείας της χώρας μας και θα επιτρέψει στην Ελλάδα να μπει στο Πρόγραμμα Ποσοτικής Χαλάρωσης και κατ’ επέκταση να βγει στις διεθνείς αγορές, οπότε και θα έχει την ελευθερία - πολιτική, οικονομική και θεσμική - να σχεδιάσει και να υλοποιήσει ένα εναλλακτικό μοντέλο ανάπτυξης.
  
Ένα τέτοιο αφήγημα, όμως, συγκρούεται άγρια με την πραγματικότητα που μας επιφυλάσσουν τα ίδια τα Μνημόνια μετά τη λήξη τους, οι κανόνες της Ευρωζώνης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 

Η Επιτροπεία των Μνημονίων παραμένει...

Σύμφωνα με το άρθρο 14 του Κανονισμού 472/2013 η Ελλάδα θα παραμείνει υπό σκληρή εποπτεία μέχρι να ξεπληρώσει το 75% των δανείων που έχει λάβει από τους ευρωπαίους. Η Εποπτεία αυτή ονομάζεται «εποπτεία μετά το πρόγραμμα» και περιλαμβάνει τακτικές 6μηνιαίες επισκέψεις της Κομισιόν και της ΕΚΤ στη χώρα μας για την «εκτίμηση της οικονομικής, δημοσιονομικής και χρηματοπιστωτικής κατάστασης». 

Η νέα «τρόικα» συμπληρώνεται με το Συμβούλιο Υπουργών (ECOFIN), το οποίο εφόσον διαπιστώσει ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα που της προτείνονται, τότε ενεργοποιούνται μια σειρά μηχανισμών επιβολής που ξεκινούν από την επιβολή χρηματικής ποινής από 0.2% έως 0.5% του ΑΕΠ και μπορεί να φτάσει μέχρι τον αποκλεισμό από τα κοινοτικά ταμεία.

Παράλληλα με την ευρωπαϊκή «εποπτεία μετά το πρόγραμμα» ο ελληνικός λαός έχει να αντιμετωπίσει και την εποπτεία του ΔΝΤ για το μέρος των δανείων που έχουμε λάβει από αυτό. 
 
Η Επιτροπεία και ο Έλεγχος στην «κανονικότητα του Ευρώ».

Η ίδια η δομή της Ευρωζώνης, ακόμα και όταν πρόκειται για μια χώρα που έχει τελειώσει με τα Μνημόνια ή που δεν έχει μπει ποτέ σε αυτά, προβλέπει αυστηρή και σκληρή επιτήρηση που ουσιαστικά καταργεί κάθε ανεξαρτησία μιας χώρας στην άσκηση οικονομικής πολιτικής.

Η «κανονικότητα» της επιτροπείας και του ασφυκτικού ελέγχου στα δημόσια οικονομικά των κρατών-μελών της Ευρωζώνης ονομάζεται Κανόνες της Οικονομικής Διακυβέρνησης του Ευρώ και συμπεριλαμβάνει το Σύμφωνο Σταθερότητας, το Δημοσιονομικό Σύμφωνο και μια σειρά από Οδηγίες και Κανονισμούς που δεσμεύουν στο έπακρο τις δημοσιονομικές και οικονομικές δυνατότητες μιας χώρας.

Με λίγα λόγια κάθε κυβέρνηση της ΕΕ οφείλει να καταθέτει στην Κομισιόν και το Συμβούλιο Υπουργών (ECOFIN) για έγκριση, τόσο την οικονομική της πολιτικής (επενδύσεις, μεταρρυθμίσεις, αγορά εργασίας), όσο και τη δημοσιονομική της πολιτική. Σε περίπτωση που αυτή η πολιτική έρχεται σε αντίθεση με τις ευρωπαϊκές νεοφιλελεύθερες στοχεύσεις, τότε επιβάλλονται αλλαγές από τη γραφειοκρατία των Βρυξελλών, μέσω των μηχανισμών πειθάρχησης της Ευρωζώνης. 

Η έξοδος στις αγορές θα μας ... απελευθερώσει!

Η επιλογή του διεθνούς δανεισμού δεν αποτελεί μέσο για την απελευθέρωση από τα δεσμά της εποπτείας και της λιτότητας, αφού η αγορά ομολόγων μας έχει δείξει πόσο σκληρή είναι στην επιβολή της νεοφιλελεύθερης ατζέντας και της δημοσιονομικής πειθάρχησης, μέσω του μηχανισμού των spreads. 

Επίσης, η πιστοληπτική κατάσταση της χώρας δεν έχει κάνει τα ελληνικά ομόλογα ελκυστικά με αποτέλεσμα τα επιτόκια δανεισμού να κυμαίνονται μεταξύ του 6%-7%, τα οποία σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπουν στην κυβέρνηση να αποκτήσει «δημοσιονομική αυτονομία». 

Η Ποσοτική Χαλάρωση είναι σωτηρία;

Μια χώρα που βρίσκεται σε Μνημόνιο εντάσσεται στο QE για διάρκεια μόνο 2 μηνών. Δηλαδή, για το μεσοδιάστημα μεταξύ δύο αξιολογήσεων. 

Επίσης, θα πρέπει η ΕΚΤ να κρίνει το ελληνικό χρέος βιώσιμο. Με δεδομένο ότι το ΔΝΤ θεωρεί το ελληνικό χρέος μη βιώσιμο, χωρίς τη λήψη γενναίων μέτρων για το χρέος, τα οποία οι ευρωπαίοι δεν δέχονται, τότε είναι πολύ απίθανο η συντηρητική ΕΚΤ από μόνη της να το αξιολογήσει θετικά και να επιτρέψει τη συμμετοχή στο QE.

Αλλά ακόμα και αν ξεπεραστούν τα παραπάνω εμπόδια και μπει η Ελλάδα στο QE η επίδραση στα επιτόκια δανεισμού θα είναι περιορισμένη, αφού η ΕΚΤ θα μπορεί να αγοράσει μέχρι το 33% των ελληνικών ομολόγων και μόνο μέχρι το 25% κάθε έκδοσης, και όλα αυτά μέχρι το τέλος του 2017.

Η ΤτΕ σε μελέτη της εκτιμά ότι κάτω από τις καλύτερες συνθήκες θα μπορούσε να μειωθεί το κόστος δανεισμού το πολύ μέχρι 2%, μια μείωση που σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπει στην ελληνική κυβέρνηση να δανειοδοτηθεί με ευκολία από τις διεθνείς αγορές, χωρίς να διογκωνόταν το δημόσιο χρέος.

Επίλογος.

Ο ελληνικός λαός πλέον έχει πειστεί ότι δεν υπάρχει καμία δυνατότητα ανάκαμψης μέσα στην Ευρωζώνη και τα Μνημόνια και με ένα δημόσιο χρέος που δεν μπορεί να εξυπηρετηθεί. Ο μόνος δρόμος που υπάρχει είναι η ρήξη με τις πολιτικές του χρέους και τις λιτότητας και η έξοδος της χώρας μας από την Ευρωζώνη, ώστε να ανακτήσουμε τα εργαλεία οικονομικής και νομισματικής πολιτικής.