Νίκος Χουντής, ευρωβουλευτής Λαϊκής Ενότητας

14/02/2018 Ομιλία Ν. Χουντή στην εκδήλωση της «Κοινής Πρωτοβουλίας ενάντια στην Ιδιωτικοποίηση των Αεροδρομίων»

Αγαπητές φίλες, αγαπητοί φίλοι,

Ευχαριστώ τους διοργανωτές,
Ευχαριστώ την «Κοινή  Πρωτοβουλία  ενάντια στην Ιδιωτικοποίηση των Αεροδρομίων».

Δηλώνω βεβαίως εξ αρχής συμμετοχή και υποστήριξη της προσπάθειας για την ακύρωση της αποικιακής σύμβασης παραχώρησης των 14 περιφερειακών αεροδρομίων στο Γερμανικό Δημόσιο. 
Να κηρύξουμε έκνομες όλες τις διαδικασίες και τις παράνομες μεθοδεύσεις του ΤΑΙΠΕΔ και των μνημονιακών κυβερνήσεων.
Πιστεύω και εγώ ότι η υπόθεση των αεροδρομίων δεν έχει τελειώσει. Όπως δεν έχει τελειώσει και η υπόθεση της μνημονιακής και εν γένει νεοφιλελεύθερης πορείας και προοπτικής του τόπου.
Πιστεύω ότι υπάρχει και είναι ρεαλιστική η εναλλακτική πρόταση εξόδου από τα μνημόνια και τη λιτότητα με ρήξη με τις πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Διαψεύστηκαν:

Όσοι  είχαν ψευδαισθήσεις και θεωρούσαν ότι σε όλα αυτά και ειδικά στο ξεπούλημα του δημοσίου πλούτου της χώρας, οι μνημονιακές δεσμεύσεις έχουν εν πάση περιπτώσει ένα όριο, νομίζω ότι το πρόσφατο πολυνομοσχέδιο, με το οποίο όλες πια οι ΔΕΚΟ περνάνε στο Υπερταμείο και οδηγούνται στο ξεπούλημα, τους διαψεύδει παταγωδώς. 

Αυτοί επίσης  που, στην Ευρωπαϊκή  Ένωση αλλά και στην Ελλάδα, υιοθετούσαν η ανέχονταν τη θεωρία ότι αυτά τα προγράμματα έσωσαν τη χώρα από τη χρεοκοπία, οι περίφημες μεταρρυθμίσεις θα καθιστούσαν το δημόσιο χρέος βιώσιμο και θα έφερναν τη χώρα στην κανονικότητα, μια χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωζώνης. Οι δηλώσεις Νταϊσελμπλούμ, Ντράγκι, Βίζερ, Γιούνκερ φαίνεται να τους προσγείωσαν.

Και όσοι ακόμη ενδεχομένως εξακολουθούν να πιστεύουν ότι η νέο-μνημονιακή κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ έκανε ότι μπορούσε, αφού σε λίγους μήνες θα βγούμε από τα μνημόνια και την επιτροπεία και θα εφαρμόσουμε το δικό μας πρόγραμμα ανάκαμψης και ανάπτυξης. 

Και τέλος αυτοί που εκθείαζαν την επιτυχία της κυβέρνησης Τσίπρα να κλείσει γρήγορα την αξιολόγηση, βγαίνοντας σιγά σιγά στις αγορές χρήματος και προσελκύοντας επενδύσεις ώστε να  αντιμετωπιστεί το πρόβλημα της ανεργίας.
Τα επιχειρήματα και τα στοιχεία είναι γνωστά, ενώ αποσιωπείται η υπόμνηση των ηγετών του Eurogroup και της Ευρωπαϊκής Ένωσης ότι δεν σταματάει η εποπτεία και επομένως η υποχρεωτική πολιτική των συνεχών περικοπών σε μισθούς και συντάξεις, η εξοντωτική φορολαίλαπα, η ολοκληρωτική ιδιωτικοποίηση δημοσίου πλούτου και παραγωγικών υποδομών και δυνατοτήτων της χώρας, πλειστηριασμοί και κατασχέσεις περιουσίας, ακόμη και πρώτης κατοικίας.
Η κυβέρνηση ανακαλύπτει θετική εξέλιξη από αυτές τις διαδικασίες και προβάλλει την υλοποίηση του σχεδίου πλήρους κοινωνικής και οικονομικής υποβάθμισης της χώρας, ατελείωτη διάρκεια πολιτικής λιτότητας και νεοφιλελεύθερων επιλογών, που  οδηγεί στο ξέφωτο της ελπίδας και εν τέλει της ευημερίας των πολιτών, του λαού και της χώρας.
Όλες αυτές οι μνημονιακές δεσμεύσεις υλοποιούνται στο όνομα πάντα της αποφυγής μείζονος κινδύνου ( που έτσι τον αποφεύγουμε ως κοινωνία και ως χώρα).

Το νεοφιλελεύθερο δόγμα δεν επιβάλλει μόνο μια συγκεκριμένη οικονομική συνταγή, που περιορίζει τα δικαιώματα και τον μισθό των εργαζομένων, υποβαθμίζει το κοινωνικό κράτος, ιδιωτικοποιεί κάθε περιουσία του δημοσίου και απελευθερώνει τις κινήσεις κεφαλαίου και τις δυνατότητες της «επιχειρηματικότητας». 

Επιπρόσθετα, επιβάλλει μια αυστηρότητα και μια πειθαρχία στον τρόπο άσκησης της πολιτικής, στην απονομή δικαιοσύνης, στις πολιτικές διαδικασίες και τελικά στην ίδια την κοινωνία μέσω της καταστολής, πάντα στο όνομα ενός «κινδύνου».

Στο όνομα της πτώχευσης της χώρας επιβάλλονται μνημόνια κοινωνικής καταστροφής

Στο όνομα των επιτοκίων δανεισμού επιβάλλονται προϋπολογισμοί λιτότητας

Στο όνομα της δημοσιονομικής πειθαρχίας αυστηροποιούνται οι κοινοβουλευτικές διαδικασίες έγκρισης των προϋπολογισμών

Στο όνομα του κινδύνου της ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών η λαϊκή κατοικία εκπλειστηριάζεται

Στο όνομα της απώλειας ανταγωνιστικότητας μειώνονται οι μισθοί

Στο όνομα του κινδύνου κλεισίματος μιας επιχείρησης προωθούνται ελαστικές μορφές εργασίας

Στο όνομα της απογοήτευσης των διεθνών επενδυτών καταληστεύεται ο δημόσιος πλούτος, καταργούνται διατάξεις προστασίας του περιβάλλοντος.

Όμως, αγαπητοί φίλοι, δεν τελειώνουμε με όλα αυτά επειδή τον Αύγουστο του 2018 και μετά από την τέταρτη αξιολόγηση θα έχει εφαρμόσει η χώρα την νεοφιλελεύθερη κανονικότητα.
Δυστυχώς η χώρα και ο λαός μας δεν θα βγει από την επιτροπεία, τον έλεγχο και την επιβολή σκληρών πολιτικών μετά το 2018 για τους εξής λόγους:

α) Λόγω της ιδιότητας του μέλους της ΕΕ και της ΟΝΕ, η οικονομική, νομισματική και δημοσιονομική πολιτική της χώρας μας θα επιβάλλεται από την Κομισιόν  και το Eurogroup. Όλοι οι προϋπολογισμοί θα πρέπει να έχουν την έγκριση της Κομισιόν, όπως μέχρι σήμερα έχουν της Τρόϊκα. Οι μόνοι βαθμοί ελευθερίας που θα υπάρχουν είναι στο πόσο έντονα νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις θα κάνει μια κυβέρνηση και όχι στο εάν θα τις κάνει η όχι.
β) Με βάση την νομοθεσία της ΕΕ, μια χώρα που βρίσκεται σε Μνημόνιο θα έχει έξτρα εποπτεία από την Τρόϊκα μέχρι να ξεπληρώσει το 75% των δανείων που έχει λάβει. 
γ) Πέραν και αυτής της εποπτείας, η ελληνική κυβέρνηση έχει δεσμευτεί για υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα στο 3,5% μέχρι το 2022.
δ) Επιπλέον ακόμη και αυτής της εποπτείας, ο ΣΥΡΙΖΑ έχει προ-νομοθετήσει μέτρα, όπως το αφορολόγητο και τις περικοπές των συντάξεων, με εφαρμογή από το 2019.

Η συζήτηση αυτή μας δίνει την δυνατότητα να βγάλουμε και κάποια συμπεράσματα για τις δομές της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της ΟΝΕ. Βγάζουμε δηλαδή το συμπέρασμα ότι εντός των θεσμών της ΕΕ και του Ευρώ δεν μπορεί να υπάρξει φιλολαϊκή πολιτική, δεν μπορεί να υπάρξει μια δέσμη μέτρων που να στηρίζει την εργατική τάξη, δεν μπορεί να υπάρξει ούτε και μια πολιτική ήπια κεϋνσιανή, με αύξηση των  επενδύσεων, στήριξη της ρευστότητας και τοποθέτηση ενός διχτυού προστασίας.

Εντός της ΕΕ/ΟΝΕ υπάρχει μια μόνο πολιτική, η πολιτική του κεφαλαίου, η πολιτική του νεοφιλελευθερισμού, η αντιλαϊκή πολιτική. Αξίζει να αναφέρω σε αυτό το σημείο ότι οι δομές της ΕΕ/ΟΝΕ γίνονται ακόμα πιο σκληρές ακόμα πιο άγριες. 

Η Κομισιόν πρόσφατα πρότεινε κάποιες θεσμικές αλλαγές που τις ονόμασε «Εμβάθυνση της ΟΝΕ» που μεταξύ άλλων, προβλέπουν:

την ίδρυση ενός Ευρωπαϊκού Νομισματικού Ταμείου
την ενσωμάτωση στο Ευρωπαϊκό Δίκαιο του Δημοσιονομικού Συμφώνου
προτάσεις για νέα χρηματοδοτικά εργαλεία για τη σταθεροποίηση της ΟΝΕ 
την ενδυνάμωση του Προγράμματος Υποστήριξης Διαρθρωτικών Μεταρρυθμίσεων (σημ. Ράϊχενμπαχ) Ευρωπαίο  Υπουργό  Οικονομικών
Βλέπουμε, επομένως, μια θεσμική σκλήρυνση της διακυβέρνησης του Ευρώ, με έναν Υπουργό Οικονομικών που θα επιβάλει λιτότητα σε όλα τα κράτη, με ενδυνάμωση του ESM και με περισσότερες εξουσίες της Κομισιόν να εφαρμόζει «διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις» εις βάρος των δυνάμεων της εργασίας.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο και τις προοπτικές βλέπουμε και την υπόθεση της ιδιωτικοποίησης των περιφερειακών αεροδρομίων.

Ιστορικό- Που βρισκόμαστε σήμερα

Στο πλαίσιο των μνημονιακών δεσμεύσεων της Ελλάδας, τον Δεκέμβριο του 2015 το ελληνικό Δημόσιο υπέγραψε, με κοινοπραξία, επικεφαλής της οποίας είναι η Fraport AG, ληστρική σύμβαση εκχώρησης 14 ελληνικών αεροδρομίων για 40 χρόνια+10 χρόνια δικαίωμα παράτασης με τίμημα 1.234.000.000 ευρώ, όταν μόνο οι επενδύσεις που έγιναν από το ελληνικό κράτος σε μερικά από αυτά την τελευταία δεκαετία σχεδόν υπερβαίνουν το τίμημα. 
Άλλωστε αυτό αποδεικνύει και η αύξηση των κερδών της Fraport μετά το πρώτο εξάμηνο της παρουσίας της στα 14 αεροδρόμια. Σύμφωνα με στοιχεία του  Reuters και της  DW  η Fraport Greece συνέβαλε στην αύξηση του τζίρου της εταιρίας με περίπου 180 εκατομμύρια. Και αυτό αφορά μόνον το διάστημα μεταξύ Απριλίου -οπότε και παραχωρήθηκαν τα αεροδρόμια- και Σεπτεμβρίου 2017. Συνολικά τα 14 περιφερειακά αεροδρόμια στην Ελλάδα απέφεραν κέρδη ύψους 106 εκατομμυρίων ευρώ προ φόρων, τόκων και αποσβέσεων, αριθμός που αντιστοιχεί στο 1/8 περίπου των συνολικών εσόδων της επιχείρησης.

Η  κύρωση της αποικιακής συμφωνίας παράδοσης των αεροδρομίων μας συνιστά ένα από τα μεγαλύτερα πολιτικά και οικονομικά εγκλήματα σε βάρος της χώρας και του ελληνικού λαού. 
Η Ελλάδα δεν χάνει μόνο τα αεροδρόμιά της. Η Ελλάδα εκχωρεί τα πάντα, τη δημόσια περιουσία στους πιστωτές και μετατρέπεται σε προτεκτοράτο.  

Η κυβέρνηση χάρισε στην κυριολεξία στο γερμανικό κράτος τα 14 περιφερειακά αεροδρόμια-φιλέτα της χώρας μας. Το τραγικό είναι, ότι θα πληρώσουμε και από πάνω για να μεταβιβαστούν τα αεροδρόμια στους Γερμανούς, εκχωρώντας τον πυρήνα των τουριστικών υπηρεσιών της Ελλάδας.

Είναι μία επιλεκτική αρπαγή μόνο των αεροδρομίων που κρίθηκαν «οικονομικά βιώσιμα», για τα οποία αόριστα ευαγγελίζονται την αναβάθμισή τους. Στην πραγματικότητα δεν εξασφαλίζει καμία αναπτυξιακή προοπτική αφού δεν αναλαμβάνει καμία σοβαρή επενδυτική δέσμευση.  
Μία παραχώρηση «θυσία» στην εκβιαστική μνημονιακή πολιτική, που δημιουργεί ένα απαράδεκτο μονοπώλιο προς όφελος της γερμανικής κυβέρνησης και επιβαρύνει το ελληνικό δημόσιο με αποζημιώσεις προς υφιστάμενους προμηθευτές. Μία παραχώρηση που όχι μόνο δεν κατοχυρώνει τους εργαζόμενους, αλλά τους θέτει σε καθεστώς εργασιακής ομηρείας.
Τι νόημα έχει να μιλάμε για ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών αερομεταφορών, προσιτές τιμές για τους καταναλωτές, κοινωνική ατζέντα και υψηλό επίπεδο ασφάλειας, όταν όλα αυτά δεν λειτουργούν προς όφελος των πολιτών, με τις ευλογίες μάλιστα των Βρυξελλών; Ή μήπως ένα μονοπώλιο είναι τελικά καλό, μόνο όταν είναι κρατικό και γερμανικό;  

Ευνοϊκές διατάξεις υπέρ της Fraport

Τα αεροδρόμια στην ηπειρωτική χώρα και στα πλέον τουριστικά νησιά, στα οποία το διεθνές επιβατικό κοινό αποτελεί το 77% της συνολικής κίνησης, εξυπηρετούν περίπου 25 εκατομμύρια επιβάτες το χρόνο. Στις υποχρεώσεις της Κοινοπραξίας είναι να αναβαθμίσει τα αεροδρόμια εντός των πρώτων 4 ετών με επενδύσεις 300 εκατ. ευρώ και στη συνέχεια έχει δικαίωμα να αυξήσει τα Αεροναυτικά Τέλη ανά επιβάτη, γεγονός που θα επιφέρει μείωση της κίνησης και περιορισμό της τουριστικής σεζόν.
Σε  αεροδρόμια υψηλής στρατιωτικής δραστηριότητας ( των Χανίων και του Ακτίου ) παραχωρείται ο αεροσταθμός και ο χώρος στάθμευσης των αεροπλάνων πολιτικής αεροπορίας.
Στην συμφωνία προβλέπεται ότι όσες απαλλοτριώσεις χρειαστεί να γίνουν, το κόστος τους θα βαρύνει μόνο το ελληνικό Δημόσιο. 

Στα περισσότερα αεροδρόμια θα χρειαστούν έργα και εξοπλισμός πριν την παράδοση, τα οποία θα πληρώσει το ελληνικό κράτος. 
Από  τη σύμβαση προβλέπεται η λήξη όλων των συμβάσεων των ιδιωτών που εμπλέκονται στα αεροδρόμια και η αποζημίωσή τους θα δοθεί από το ελληνικό δημόσιο.
Η  Fraport δεν αποζημιώνει το δημόσιο για όσους αστυνομικούς, πυροσβέστες κλπ. της παραχωρούνται, παρά μόνο καταβάλλει το μισθό τους. Είναι κατανοητό ότι οι πυροσβέστες που θα χρησιμοποιεί η Fraport θα λείπουν από το Πυροσβεστικό Σώμα, δημιουργώντας κενά στην πυροπροστασία  της χώρας.

Κρατικές αποζημιώσεις

Αποζημίωση για αλλαγή της νομοθεσίας: Αν η Fraport εξ αιτίας της οποίας αλλαγής τη νομοθεσίας (πχ συμβάσεις εργασίας) επικαλεστεί πρόσθετες λειτουργικές δαπάνες για την εταιρία της, μπορεί να απαιτήσει αποζημιώσεις από το Δημόσιο.
Αποζημίωση για ατυχήματα: Το κράτος και όχι η Fraport θα αποζημιώνει για θάνατο ή ζημία προσώπου ή περιουσίας, εξαιτίας πράξεως ή παραλήψεως κάποιου μέρους της Σύμβασης. Εδώ οποιοσδήποτε δραστηριοποιείται εργολαβικά στο αεροδρόμιο πχ εργάτης τραυματίζεται θανάσιμα στις βαλίτσες, τρακάρει κλαρκ με βυτιοφόρο καυσίμων, γίνεται πυρκαγιά στην αποθήκη Αφορολογήτων, το Δημόσιο θα πληρώνει και θα αποκαθιστά.

Απεργία η αδυναμία εξυπηρέτησης: Ως  «γεγονός ευθύνης του Δημοσίου» θεωρείται και η αδυναμία της Υπηρεσίας  Εναερίου Κυκλοφορίας να εξυπηρετήσει συγκεκριμένο αριθμό αεροσκαφών (προσγειώσεις-απογειώσεις) ανά ώρα. Αν για παράδειγμα η χωρητικότητα του Αεροδρομίου είναι επίσημα προσδιορισμένη 10 κινήσεις την ώρα και συμβεί μια βλάβη σε ένα ραδιοβοήθημα Αεροναυτιλίας VOR / ILS ή ραντάρ , η Fraport θεωρώντας ότι έχει οικονομική επίπτωση από αυτό, θα εγείρει αξιώσεις οικονομικής αποζημίωσης από το Δημόσιο. Το ίδιο θα ισχύει και σε μια απεργία της εναερίου κυκλοφορίας που αμέσως θα χαρακτηριστεί από τη Fraport ως «Γεγονός Ευθύνης του Δημοσίου» επικαλούμενη διαφυγόντα κέρδη, μείωση του δείκτη επιδόσεων κλπ. και θα ενεργοποιούνται άμεσα οι διεκδικήσεις των αποζημιώσεων.  

Όρια σε ρεύμα, τηλέφωνο, νερό: Οι κρατικοί χρήστες Μετεωρολογική Υπηρεσία, Αεροναυτιλία, Πυροσβεστική, Τελωνείο, Αστυνομία αν υπερβούν σε κατανάλωση ένα ορισμένο επίπεδο αναφοράς για ηλεκτρικό, ΟΤΕ, νερό κλπ. θα πληρώνουν αποζημίωση στην Fraport. Μόνο  για τα non stop  ηλεκτρονικά συστήματα των αεροδρομίων  που καίνε πολύ ρεύμα, ο παραχωρησιούχος θα ορίζει αυθαίρετα ένα ανώτατο όριο, η υπέρβαση του ορίου θα ενεργοποιεί την καταβολή αποζημίωσης από το Δημόσιο.

Υπηρεσία  Πολιτικής Αεροπορίας

Η Fraport υπεισέρχεται στα δικαιώματα του ελληνικού δημοσίου και της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας - ΥΠΑ. 
Όπως καταγγέλλουν τα συνδικαλιστικά στελέχη της  «η κοινοπραξία δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να προχωρήσει στη συγκεκριμένη επένδυση, όπως φαίνεται στον τελευταίο ισολογισμό της». Σύμφωνα με την καταγγελία «το ελληνικό δημόσιο μεσολάβησε για να πάρει δάνειο η Fraport μεταξύ άλλων και από ελληνική- ανακεφαλαιωμένη- τράπεζα ώστε να μπορέσει να πληρώσει την επένδυση στην Ελλάδα. H αρχιτεκτονική του χρηματοδοτικού σχήματος είναι τέτοια, που επιτρέπει την είσοδο πρόσθετων πιστωτών κατά τη διάρκεια του δανείου. Ο πολίτης δικαιούται να διερωτάται για τον ρόλο «εγγυητή» που κλήθηκε να παίξει το ελληνικό Δημόσιο ώστε να περάσει στα χέρια της γερμανικής εταιρείας η δημόσια περιουσία.
Η  Fraport προσλαμβάνει ανειδίκευτο προσωπικό από εταιρείες handling, το οποίο κλήθηκε να μετεκπαιδεύσει δωρεάν, μέσα σε ένα μήνα, το προσωπικό της ΥΠΑ ( και ακολούθως να απολυθεί)  για να αναλάβουν τη διακίνηση της πίστας και τη λειτουργία των μηχανολογικών μονάδων των αεροδρομίων. Ανακρίτρια της εισαγγελίας Αθηνών διερευνά τα ζητήματα ασφαλείας που προκύπτουν για τα αεροδρόμια.  

Εξ άλλου το συνδικαλιστικό όργανο της ΥΠΑ έχει ήδη προσφύγει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, καθώς «οι ευρωπαϊκοί κανόνες απαγορεύουν την εκποίηση υποδομών που έχουν φτιαχτεί με κρατικές και κοινοτικές ενισχύσεις, όπως τα αεροδρόμια των Χανίων και της Θεσσαλονίκης. Στην  ουσία ζητείται ακόμα μία κρατική ενίσχυση, με το ίδιο το Δημόσιο ως εγγυητή για να γίνει η επένδυση.

Η διάθεση της εταιρείας να επενδύσει χωρίς να βάλει βαθιά το χέρι στην τσέπη έχει διαφανεί και από την ένταξή της στο «πακέτο Γιούνκερ» για το συγκεκριμένο έργο. Αν και από τις συμβατικές της υποχρεώσεις η κοινοπραξία οφείλει εντός της πρώτης τετραετίας να επενδύσει 300 εκατομμύρια ευρώ στα ελληνικά αεροδρόμια, έχει ήδη εγκριθεί η χρηματοδότησή της από το συγκεκριμένο πακέτο ενισχύσεων με 400 εκατομμύρια!».

Η Πρωτοβουλία Πολιτών από τα Χανιά Κρήτης αναφέρει για τον συνεταίρο της Fraport στην εν λόγω κοινοπραξία, την κυπριακή Slentel, συμφερόντων του ομίλου Κοπελούζου, που εμφανίζεται ως ελέγχουσα το 35% της κοινοπραξίας με τη Fraport:  «Πρόκειται για μια offshore με μετοχικό κεφάλαιο μόλις 5.000 ευρώ, ανέφερε ο πρόεδρος της ΟΣΥΠΑ, παρουσιάζοντας την έκθεση ανεξάρτητου ελεγκτή της Κύπρου με βάση την οποία η εταιρεία θα έπρεπε να κλείσει, αφού για το 2013 παρουσίασε μηδενικά έσοδα και ζημία 13.485 ευρώ. Η έκθεση του ελεγκτή παραδόθηκε τον Νοέμβριο του 2014». 

Χρησιμοποιήθηκε νόμος του 1953

Χρησιμοποιήθηκε νόμος του 1953 για να παρασχεθούν διευκολύνσεις και επιπλέον εγγυήσεις στην Fraport, νόμος που θεσπίστηκε για να δοθούν κίνητρα για εισροή κεφαλαίου, αφού δεν υπήρχαν εγχώρια, και κυρίως ναυτιλιακού συναλλάγματος στην κατεστραμμένη Ελλάδα του '50, μετά από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τον εμφύλιο.

Οι διατάξεις για τα φορολογικά προνόμια των ξένων επενδύσεων  θα έπρεπε να παρουσιάζουν σήμερα ιστορικό και μόνο ενδιαφέρον, αφού η Συνθήκη της Ρώμης απελευθέρωσε την κίνηση κεφαλαίων μεταξύ των χωρών της ΕΟΚ.

Το διάταγμα 2687/53 προβλέπει σειρά μέτρων και εξασφαλίσεων, όπως η εξ ολοκλήρου διασφάλιση των κεφαλαίων, που θα εισαχθούν από το εξωτερικό, εξαίρεση από κάθε πράξη επίταξης ή αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, υποχρέωση της Τράπεζας της Ελλάδος να χορηγεί συνάλλαγμα στον επενδυτή και πολλές ακόμη διασφαλίσεις. Το άρθρο 8 του νόμου διαγράφει την παρεχόμενη στα εισαγόμενα κεφάλαια φορολογική προστασία και ορίζει ότι δεν επιτρέπεται η επιβολή αναδρομικής φορολογίας. Η χρήση του σήμερα ισοδυναμεί ενδεχομένως και με μια οιονεί ρήτρα δραχμής. 

Τέτοιες  εγγυήσεις δεν έχουν παρασχεθεί ποτέ μέχρι σήμερα, τουλάχιστον  μετά την ένταξη της Ελλάδας στην ΕΕ, διότι προφανώς παραβιάζουν το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, αφού προσφέρουν ευνοϊκότερο επενδυτικό πλαίσιο για όσες εταιρίες εντάσσονται στον ανωτέρω  νόμο σε σχέση με τις υπόλοιπες.

Στις 11.4.2017 και σύμφωνα με το ρεπορτάζ κεντρικού δελτίου ειδήσεων (ΣΚΑΙ), λόγω της οικονομικής αβεβαιότητας η γερμανική εταιρεία ζήτησε εγγυήσεις ότι τα κεφάλαια 700.360.000 ευρώ που θα επενδυθούν, δε θα χαθούν, ακόμη κι αν η χώρα χρεοκοπήσει ή αλλάξει νόμισμα.

Η κυβέρνηση για να παρέχει αυτές τις εγγυήσεις ενεργοποίσησε βασιλικό νομοθετικό διάταγμα του 1953, σύμφωνα με το οποίο η κυβέρνηση μπορεί να επιτάξει την επένδυση της Fraport μόνο σε περίπτωση πολέμου, αλλά ακόμα και αν περιέλθει η χώρα μας σε αυτή την κατάσταση, θα πρέπει το ελληνικό δημόσιο να αποζημιώσει την γερμανική εταιρεία για όσο διάστημα διαρκέσει η επίταξη.Σύμφωνα με το ίδιο ρεπορτάζ, στις 7 Απριλίου, εκδόθηκε προεδρικό διάταγμα με τις υπογραφές του Προέδρου της Δημοκρατίας και των αρμόδιων υπουργών.
Ο  νόμος του 1953 δεν έχει ενεργοποιηθεί τα τελευταία 36 χρόνια, που η Ελλάδα είναι μέλος της ΕΕ, διότι παραβαίνει τις Συνθήκες της ΕΕ. Παρά τις καταγγελίες η Κομισιόν κλείνει τα μάτια και προσποιείται ότι δεν καταλαβαίνει.

Η Κομισιόν στην περίπτωση πώλησης του ΟΛΠ, όπου επιχειρήθηκε να εφαρμοστεί ο Ν. 2687/53, απέκλεισε κάθε σχετική σκέψη της τότε κυβέρνησης, με την απόφαση SA.28876 (2012/C) (Επίσημη Εφημερίδα ΕΕ C 301/55, 5.12.2012), τονίζοντας ότι « η προστασία στο πλαίσιο του ειδικού προστατευτικού καθεστώτος για τις ξένες επενδύσεις ( Ν. 2687/53 ) δεν συμβιβάζεται με την εσωτερική αγορά».

Οι απαντήσεις της Κομισόν

Μία ερώτησή μου αφορούσε την Σύγκρουση συμφερόντων κατά τη διαδικασία πώλησης των 14 
αεροδρομίων στην Ελλάδα, την στιγμή που το ελληνικό δημόσιο, για την πώληση  14  αεροδρομίων, 
προσέλαβε ως σύμβουλο τη Lufthansa Consulting GmbH, θυγατρική της  Lufthansa (μέτοχος της 
Fraport που αγόρασε τα αεροδρόμια) βάσει της  Οδηγίας 2014/24 ΕΕ και ερωτούσα την Επιτροπή 
ποια μέτρα ελήφθησαν (άρθρο 41) από την αναθέτουσα αρχή για την πιθανή έλλειψη αμεροληψίας 
και ανεξαρτησίας κατά τη διαδικασία προσφορών και αν συνετάχθη  γραπτή  έκθεση (άρθρο 84), 
και τι προβλέπει η έκθεση αυτή; 

Σε άλλη ερώτηση μου χαρακτήριζα παράνομη τη ρήτρα στη σύμβαση πώλησης των 14 ελληνικών αεροδρομίων, αφού στην εταιρία Fraport παρασχέθηκαν από την ελληνική κυβέρνηση πρόσθετες εγγυήσεις για τα κεφάλαια που πρόκειται να επενδύσει η εν λόγω εταιρία. 

Στην απάντηση της η Κομισιόν, αφού σημειώνει ότι προκειμένου να απαντηθεί η ανωτέρω ερώτηση προηγήθηκαν «ανεπίσημες επαφές μεταξύ των υπηρεσιών της Γενικής Διεύθυνσης Ανταγωνισμού και των ελληνικών αρχών…», τονίζει ότι η Ελλάδα αποφάσισε ( !!) « να μη συνεχίσει την επίσημη κοινοποίηση προς την Επιτροπή σύμφωνα με τους κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων της ΕΕ όσον αφορά την εφαρμογή του νομοθετικού διατάγματος2687/1953, στην περίπτωση των 14 ελληνικών αεροδρομίων» και καταλήγοντας προσπάθησε να αποσείσει τις κατηγορίες Χουντή για δύο μέτρα και δύο σταθμά, τονίζοντας ότι « ως εκ τούτου- δηλαδή της μη κοινοποίησης- η Επιτροπή δεν έλαβε επίσημη θέση σχετικά με τη συμμόρφωση της εν λόγω διάταξης με τους κανόνες κρατικών ενισχύσεων της ΕΕ».
Στη συνέχεια κατέθεσα νέα ερώτηση επαναφέροντας το θέμα, τονίζοντας ότι «ανεξάρτητα αν υπάρχει η όχι επίσημη κοινοποίηση προς την Κομισιόν της σύμβασης για τα 14 αεροδρόμια, η ίδια η σύμβαση υπάρχει και περιέχει την παράνομη, σύμφωνα με την ευρωπαϊκή νομοθεσία, αυξημένη προστασία του νόμου 2687/1953 υπέρ της γερμανικής Fraport”.

Ενώ η Κομισιόν δεν ήθελε, και ορθά, ούτε να ακούσει για ένταξη του ΟΛΠ στο νόμο 2687/53, που θα  έδινε πρόσθετα πλεονεκτήματα και εγγυήσεις στην Κινεζική Cosco, τώρα κάνει πως δεν έχει αντιληφθεί, ότι με το Προεδρικό Διάταγμα 27 του 2017 τα 14 αεροδρόμια που αγόρασε η Γερμανική Fraport εντάσσονται στο ιδιαίτερα προνομιακό καθεστώς του Ν.2687/53, παραβιάζοντας τους κανόνες ανταγωνισμού της ΕΕ. 

Επίσης, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ ως αντιπολίτευση κατακεραύνωνε την κυβέρνηση Σαμαρά για να μην εντάξει την Cosco σε προνομιακό καθεστώς και υποσχόταν την κατάργηση του ν. 2687/53, ως κυβέρνηση ικανοποιεί πλήρως και την τελευταία απαίτηση της Fraport, της δίνει πρόσθετα προνόμια και εγγυήσεις και είναι η πρώτη κυβέρνηση μετά την ένταξη της Ελλάδας στην ΕΕ που εντάσσει στον ν. 2687/53, πέρα από τις ναυτιλιακές και τις λεγόμενες «παραγωγικές» επενδύσεις.

Η ένταξη της  Fraport στον ν. 2687/53 δεν είναι μόνο πράξη χαριστική, παράνομη και πολιτικά καταδικαστέα, αλλά αποδεικνύει ότι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ όταν πρόκειται να «ικανοποιήσει» Γερμανούς, είναι πιο πρόθυμη και πιο «αποτελεσματική» ακόμη και από την κυβέρνηση Σαμαρά.

Θυγατρική εταιρία της Lufthansa μάλιστα είχε διοριστεί από τις ελληνικές αρχές και ως σύμβουλος του ΤΑΙΠΕΔ για την πώληση των 14 περιφερειακών αεροδρομίων στην γερμανική εταιρία Fraport , εγείροντας πολλά ερωτηματικά για την νομιμότητα της διαδικασίας. 
Πρόκειται για ένα ακόμη είδος οικονομικού ιμπεριαλισμού και οικονομικής ταπείνωσης της Ελλάδας, αφού με τις συμβάσεις που θα υπογραφούν η Fraport θα έχει το πάνω χέρι στην ελληνική τουριστική αγορά.
Θα δεσμεύσει την ελληνική περιουσία για 40 χρόνια, θα δεσμεύσει το ελληνικό δημόσιο σε αποικιακού τύπου συμβάσεις και θα έχει τελικά το πάνω χέρι στην τιμολογιακή πολιτική των υπολοίπων κρατικών αεροδρομίων.

Συμπεράσματα

Η αποικιοκρατική σύμβαση με την Fraport πρέπει να ακυρωθεί. Είναι προϊόν εκβιασμού και εμποδίζει την αναπτυξιακή προοπτική της χώρας.

Η εκχώρηση των περιφερειακών αεροδρομίων είναι ένα από τα τραγικότερα αποτελέσματα της συνθηκολόγησης και της αποδοχής των μνημονίων από την σημερινή κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ. Είναι ένα βήμα για τον έλεγχο των αερομεταφορών, αλλά και του τουριστικού προϊόντος της χώρας από τις γερμανικές πολυεθνικές.

Ακόμη ένα αναπτυξιακό εργαλείο περνάει υπό τον έλεγχο των Ευρωπαίων δανειστών-εκβιαστών.

Οι αγώνες του ελληνικού λαού μπορούν και πρέπει να αποτρέψουν την μετατροπή της χώρας μας σε αποικία.